ευεπιβούλευτος

εὐεπιβούλευτος, -ον (Α)
αυτός που υπόκειται εύκολα σε επιβουλή, ο ευπρόσβλητος (α. «μὴ συμβῇ τὴν χώραν εὐεπιβούλευτον γενέσθαι», Στράβ.
β. «πένητα εὐεπιβούλευτον», Μ. Βασ).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + *επι-βουλευτός (< επι-βουλεύω), πρβλ. αν-επι-βούλευτος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐεπιβούλευτος — exposed to treachery masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεπιβούλευτον — εὐεπιβούλευτος exposed to treachery masc/fem acc sg εὐεπιβούλευτος exposed to treachery neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεπιβουλευτότεροι — εὐεπιβούλευτος exposed to treachery masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεπιβουλεύτους — εὐεπιβούλευτος exposed to treachery masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεπιβουλεύτῳ — εὐεπιβούλευτος exposed to treachery masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεπιβούλευτα — εὐεπιβούλευτος exposed to treachery neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεπιβούλευτοι — εὐεπιβούλευτος exposed to treachery masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεπιβουλευτοτέρας — εὐεπιβουλευτοτέρᾱς , εὐεπιβούλευτος exposed to treachery fem acc comp pl εὐεπιβουλευτοτέρᾱς , εὐεπιβούλευτος exposed to treachery fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.